Αιγόσθενα (Πόρτο Γερμενό)

Για να δείτε τον τίτλο μιας εικόνας, αφήστε πάνω τον δείκτη του ποντικιού. Πατήστε το κουμπί μια φορά για να τη δείτε σε πλήρες μέγεθος

Τα Αιγόσθενα ήταν αρχαία οχυρωμένη πόλη δίπλα στο Πόρτο-Γερμενό (αλήθεια, από που προέρχεται αυτό το ξενικό όνομα;). Πολλοί επισκέπτονται τον παραθαλάσσιο οικισμό και την παραλία αλλά όχι και το κάστρο, ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα της κλασσικής αρχαιότητας σε τόσο καλή κατάσταση. Μη ξεχνάτε πως τα καλοδιατηρημένα (και αναστηλωμένα συνήθως) κάστρα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών είναι τουλάχιστον 1500 χρόνια νεότερα...

Εικ.1 Χάρτης της διαδρομής (ROAD EDITIONS)

Πώς πάμε: Υπάρχει κανείς Αθηναίος που δεν ξέρει το Πόρτο Γερμενό; Αλλά επειδή Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, ιδού η διαδρομή. Από την Εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου ή από την Αττική Οδό, λίγο μετά την Ελευσίνα μπαίνουμε στην Παλιά Εθνική Οδό Αθηνών - Θηβών (δηλαδή στο δρομο για Μάνδρα, Μαγούλα, κλπ). Μετά από 26 χλμ, στην περιοχή της Κάζας παίρνουμε την έξοδο αριστερά προς Βίλια. Από εκεί σε 25 χλμ περίπου, και αφού περάσουμε μια θαυμάσια ορεινή δασώδη διαδρομή με το βουνό Κιθαιρώνας στα δεξιά μας, φτάνουμε στον πανέμορφο όρμο του Πόρτο Γερμενού, ο οποίος ανήκει στον κόλπο των Αλκυονίδων. Τα μεγάλα σε έκταση και ύψος ερείπια ορθώνονται εντυπωσιακά, αμέσως μόλις τελειώσουν οι στροφές, πάνω σε χαμηλό λόφο αριστερά από την είσοδο του οικισμού (εικ.2). Αλλά και το περιβάλλον γύρω από το οχυρό είναι όμορφο στη μεσογειακή του λιτότητα (εικ.3). Μόνο λίγη προσοχή μόνο στο ταξίδι γιατί μετά τα Βίλια οι στροφές και οι κατηφόρες ερεθίζουν μερικούς Κυριακάτικους "γκαζοφονιάδες" οδηγούς να παίζουν εδώ τα επικίνδυνα (για τους εαυτούς τους αλλά και για τους άλλους) παιχνίδια τους. Τα ίδια ισχύουν και για την εναλλακτική διαδρομή από Μέγαρα - Αλεποχώρι.
Δείτε στο Google Maps τη θέση των Αιγοσθένων καθώς και οδηγίες πρόσβασης (αλλά μην ακολουθήσετε τη διαδρομή που προτείνει μέσω Αγίου Γεωργίου, απλά συνεχίστε προς Οινόη και Βίλια).

img2

img3

Ιστορία: Τα Αιγόσθενα ήταν λιμάνι και οχυρό στον Κορινθιακό κόλπο, στα βόρεια σύνορα της Μεγαρίδας. Σπάνια αναφέρεται στις αρχαίες πηγές και γι αυτό δεν είναι ξεκάθαρα ποιοί και γιατί έχτισαν το ισχυρό αυτό οχυρό. Διάφορες υποθέσεις (Mee & Spawforth 2001, σ.133), έχουν διατυπωθεί οι οποίες χρονολογούν την κτίση του μεταξύ των αρχών του 4ου αιώνα και του τέλους του 3ου αιώνα π.Χ., βασιζόμενες στην αρχιτεκτονική του. Κατά μια θεωρία, χτίστηκε από τους Μεγαρείς με τη συνδρομή των Αθηναίων, οι οποίοι χρειαζόντουσαν μια ναυτική βάση στον Κορινθιακό, γύρω στο 340 π.Χ. Η εναλλακτική εκδοχή αποδίδει το χτίσιμο στο μακεδόνα βασιλιά Δημήτριο Α' Πολιορκητή (294 π.Χ. – 287 π.Χ.).

Η πόλη ήταν μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας από το 242 π.Χ. ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση και πρόσκαιρα υπό τον έλεγχο του Κοινού των Βοιωτών. Μια βάση αγάλματος που βρέθηκε εδώ περιγράφει τον ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό ως ιδρυτή της πόλης, που οδηγεί στο συμπέρασμα οτι ίσως επισκέφθηκε την πόλη (Mee & Spawforth 2001, σ.133). Κατά μία άλλη εκδοχή, τα Αιγόσθενα ήταν ανεξάρτητη πόλη και μέλος του Βοιωτικού κοινού, στα χρόνια μεταξύ 234 και 197 π.Χ.(Goette 1993, σ.316). Τα Αιγόσθενα ήταν το κέντρο της λατρείας του μάντη και θεραπευτή ήρωα Μελάμποδα και χάρη στο σχετικό ιερό τα αναφέρει και ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας. Στην ετήσια γιορτή του ιερού τελούνταν αγώνες. Τον 4ο αι. μ.Χ., φαίνεται πως το ιερό υπήρχε ακόμη γιατί έχει βρεθεί βάση χάλκινου ανδριάντα εκείνης της εποχής το οποίο είχαν στήσει οι Αιγοσθενείτες προς τιμή του Φλαβίου Κωνσταντίνου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου (Παπαχατζής 1974, σ.513).

Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ο οικισμός πρέπει να είχε μια σχετική άνθηση, αν κρίνει κανείς από τα θεμέλια της βασιλικής που απέμειναν. Φαίνεται πως ερημώθηκε κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή. Κατά την Τουρκοκρατία η περιοχή ήταν σχεδόν τελείως έρημη κι έτσι το οχυρό διατηρείται σε πολύ καλή (σε σχέση με την αρχαιότητά του) κατάσταση καθώς τα υλικά του δε χρησιμοποιήθηκαν για το χτίσιμο κάποιου νεότερου οικισμού.
Το όνομα Αιγόσθενα πιθανόν να είχε σχέση με λατρεία αιγόμορφου τοπικού θεού. Ακόμη και το όνομα Μελάμπους (=μαυροπόδαρος), πιθανόν να παραπέμπει στο ζώο αυτό (Παπαχατζής 1974, σ.512).

img4a


img4


img5

Περιγραφή: Πολλοί νομίζουν πως οι αρχαίοι Έλληνες έχτιζαν μόνο ναούς και θέατρα. Βλέποντας από κοντά τη λιθοδομή του φρουρίου (ισοδομικό σύστημα), βλέπουμε πως κατείχαν άριστα και την οχυρωματική τέχνη. Οι άριστα πελεκημένες πέτρες με το ελαφρά καμπύλο εξωτερικό τους είναι συναρμοσμένες χωρίς κονίαμα, όπως στα περισσότερα αρχαία ελληνικά φρούρια. Αντίθετα, στα ρωμαϊκά, βυζαντινά, φραγκικά, ενετικά και τουρκικά κάστρα χρησιμοποιούσαν πάντα κονίαμα και καθόλου έως ελάχιστα λαξευμένες πέτρες ή τούβλα. Αν η περιοχή δεν ήταν σεισμόπληκτη, πιστεύω πως το φρούριο των Αιγοσθένων θα ήταν τελείως άθικτο έως σήμερα.
Το καλύτερα διατηρούμενο τείχος είναι το εξωτερικό της ακρόπολης, όπως φαίνεται στην κάτοψη του κάστρου (ο χάρτης προέρχεται από το βιβλίο του κ. Παπαχατζή, όπου πρόσθεσα τις επεξηγήσεις). Στο αριστερό του άκρο, όπως το βλέπουμε από έξω, βρίσκεται ο καλύτερα σωζόμενος πύργος (εικ.4). Αυτός είναι ένα θεόρατο τετράγωνο οικοδόμημα πλευράς 8μ που προεξέχει 10μ από το τείχος. Δηλαδή το συνολικό του ύψος είναι 15μ! Ήταν διόροφος με ξύλινα πατώματα (τα οποία, φυσικά, δεν υπάρχουν πια). Τα ανοίγματα στο πάνω μέρος (βλ. εικ. 4α) χρησίμευαν για να εκτοξεύονται από εκεί τα βλήματα των καταπελτών.
Στο μέσο του εξωτερικού τείχους της ακρόπολης (δηλ. στη δυτική πλευρά) βρίσκεται ένα συγκρότημα δωματίων το οποίο είναι ολοφάνερα νεότερης κατασκευής, εξαιτίας των καμπύλων υπερθύρων του. Κατά μια άποψη (Goette 1993, σ.316), πρόκειται για βυζαντινό μοναστήρι του 12ου αι. Εκεί κοντά βρίσκεται και μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Στο εσωτερικό της ακρόπολης υπάρχουν και τμήματα τείχους πολυγωνικής κατασκευής, παλαιότερου του 4ου αι. π.Χ. (Παπαχατζής 1974, σ.513).
Στο άλλο άκρο της ακρόπολης βρίσκεται ένας επίσης καλά διατηρημένος πύργος, ενώ μετά το τείχος στρίβει και φτάνει ως την παραλία. Ετσι περιέκλειε όλη την κατοικημένη περιοχή, αν και δε βρέθηκαν ίχνη της άλλης μακριάς πλευράς του. Πιθανές εξηγήσεις για την απουσία της νότιας πλευράς είναι είτε οτι η οχύρωση σταμάτησε όταν έκριναν οτι η ύπαρξη της ακρόπολης ήταν αρκετή είτε οτι ένα ρέμα που υπήρχε σε εκείνη την πλευρά την έκανε ήδη φύσει οχυρή (Παπαχατζής 1974, σ.514).
Το μέγεθος των ογκόλιθων που χρησιμοποιήθηκαν γίνεται αντιληπτό από την εικόνα 5. Είναι άξιο απορίας πως λαξεύτηκαν και κουβαλήθηκαν εδώ τόσο βαριές πέτρες και, ακόμη περισσότερο, πως τοποθετήθηκαν η μια πάνω στην άλλη! Βέβαια οι αρχαίοι ήξεραν πολύ καλά να χρησιμοποιούν κάθε είδους μοχλούς, βαρούλκα και κεκλιμένα επίπεδα. Και πάλι όμως, η έλλειψη βαρέων μεταλλικών κατασκευών και κινητήρων κάνει τα μέσα αυτά να φαίνονται πρωτόγονα σήμερα.

img6

img7

Στο μέσον περίπου του περικλεισμένου από το τείχος χώρου βρίσκεται μια μικρή μεσαιωνική εκκλησία με τρούλλο η οποία χτίστηκε πάνω στα ερείπια μεγάλης πρωτοβυζαντινής βασιλικής (25x20μ). Η βασιλική αυτή είχε χτιστεί πάνω στα ερείπια του ιερού του Μελάμποδα. Υπολείμματα των ψηφιδωτών δαπέδων της βασιλικής φαίνονται ακόμη έξω από το εκκλησάκι, καθώς και τα θεμέλια τετράγωνου βαπτιστηρίου (Mee & Spawforth 2001, σ.135). Όταν ο παλαιοχριστιανικός οικισμός ερημώθηκε, η βασιλική ερειπώθηκε κι αυτή. Αργότερα αναγέρθηκε η μικρή τρουλλωτή εκκλησία (εικ.6). Όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, για το χτίσιμό της χρησιμοποιήθηκαν δομικά υλικά του αρχαίου ιερού. Για παράδειγμα, στην εικ.7 (έχει περιστραφεί κατά 90ο), βλέπετε την επιγραφή στο μάρμαρο της εμπρός αριστερής γωνίας της εκκλησίας (εκεί που δείχνει το κόκκινο βέλος): "ΜΕΛΑΜΠΟΔΩΡΑ ΑΧΕΛΩΝΟΣ". Προφανώς αυτό το μάρμαρο προέρχεται από αφιέρωμα στο ναό του Μελάμποδα και η δωρήτρια έφερε αυτό το αρχαίο "θεοφόρο" όνομα (ανάλογο π.χ. με τα νεότερα Θεοδώρα, Χριστόφορος, Παναγιώτης κλπ). Σημείωση: Δυστυχώς, τελευταία κάποιος ανεγκέφαλος ασβέστωσε το εκκλησάκι με αποτέλεσμα να μην είναι πια ορατή η επιγραφή. Πολύ διαδεδομένη και εντελώς ανόητη συνήθεια, παρά το οτι είναι παράνομη. Αναλογίζονται οι "ευσεβείς" δράστες οτι δεν είναι στο χέρι τους να επεμβαίνουν σε αρχαιολογικούς χώρους;

ΠΗΓΕΣ:

1. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ, Παυσανίου "Ελλάδος Περιήγησις: Αττικά", 1974 (α' έκδοση), ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ. ISBN 9-602-13090-3
2. CHRISTOPHER MEE, ANTHONY SPAWFORTH, Greece (Oxford Archaeological Guides), 2001, OXFORD. ISBN 0-192-88058-6
3. HANS RUPPRECHT GOETTE, Athens, Attica and the Megarid, 1993, ROUTLEDGE. ISBN 0-415-24370-X.

Επιστροφή στην Αττική